Social media και έφηβοι: Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα για την κοινωνική δικτύωση
Τα social media λειτουργούν κυρίως ως καθρέφτης της ήδη υπάρχουσας κοινωνικής ζωής.
Η συζήτηση γύρω από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους εφήβους είναι ιδιαίτερα έντονη τα τελευταία χρόνια. Άλλοι τα θεωρούν εργαλείο κοινωνικοποίησης και ενδυνάμωσης, ενώ άλλοι τα κατηγορούν για απομόνωση και επιφανειακές σχέσεις. Νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Computers in Human Behavior επιχειρεί να δώσει μια πιο σύνθετη απάντηση: η επίδραση των social media δεν είναι ίδια σε όλους. Αντίθετα, φαίνεται να εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης τους και –κυρίως– από τα χαρακτηριστικά και τα κίνητρα κάθε εφήβου.
Όπως γράφεται στο PsyPost, μέχρι σήμερα, πολλές μελέτες περιορίζονταν σε γενικούς δείκτες, π.χ. στις ώρες μπροστά στην οθόνη. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Η καθημερινή χρήση περιλαμβάνει παθητική περιήγηση, ανάρτηση φωτογραφιών, ανταλλαγή μηνυμάτων, δημόσια σχόλια, ακόμη και εξομολογήσεις. Η ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, με επικεφαλής τη Federica Angelini, θέλησε να ξεπεράσει τα απλουστευτικά σχήματα «πολύ» ή «λίγο» και να χαρτογραφήσει διαφορετικά μοτίβα συμπεριφοράς.
Η έρευνα παρακολούθησε 1.211 μαθητές στην Ολλανδία, ηλικίας 10 έως 15 ετών, για τρία χρόνια. Μέσα από ερωτηματολόγια καταγράφηκε πόσο συχνά οι έφηβοι παρακολουθούσαν περιεχόμενο, πόσο συχνά δημοσίευαν δικά τους στοιχεία, πόσο αλληλεπιδρούσαν με άλλους και σε ποιο βαθμό μοιράζονταν προσωπικά συναισθήματα. Παράλληλα εξετάστηκαν ψυχολογικά κίνητρα, όπως ο φόβος ότι «χάνουν κάτι» (FOMO) ή η ανάγκη για δημοτικότητα και κοινωνική αποδοχή.
Τέσσερα διαφορετικά προφίλ χρηστών
Με ειδική στατιστική ανάλυση, οι ερευνητές εντόπισαν τέσσερις βασικές κατηγορίες χρηστών. Η μεγαλύτερη ομάδα, που περιλάμβανε περίπου το 54% των συμμετεχόντων, ονομάστηκε «πολύπλευροι χρήστες». Οι έφηβοι αυτοί χρησιμοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μέτρο, συνδυάζοντας περιήγηση, αναρτήσεις και επικοινωνία. Για αυτούς, οι ψηφιακές πλατφόρμες λειτουργούσαν ως φυσική προέκταση της κοινωνικής τους ζωής εκτός οθόνης. Διατηρούσαν σταθερές και ποιοτικές φιλίες, τις οποίες απλώς ενίσχυαν μέσω διαδικτύου.
Η δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα, περίπου το 30%, χαρακτηρίστηκε «χαμηλής χρήσης». Τα παιδιά αυτά είχαν περιορισμένη παρουσία στα social media. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η αποστασιοποίηση από τις οθόνες είναι κατ’ ανάγκη θετική. Ωστόσο, τα δεδομένα έδειξαν ότι οι συγκεκριμένοι έφηβοι είχαν ήδη πιο αδύναμες φιλικές σχέσεις από την αρχή της μελέτης. Η μειωμένη διαδικτυακή δραστηριότητα δεν ήταν επιλογή «ψηφιακής αποτοξίνωσης», αλλά αντανάκλαση μιας περιορισμένης κοινωνικής δικτύωσης και στην πραγματική ζωή.
Όταν το διαδίκτυο γίνεται καταφύγιο
Μέλη μικρότερης ομάδας, περίπου του 8%, χαρακτηρίστηκαν ως «έντονα αυτο-αποκαλυπτικοί χρήστες». Πρόκειται για αυτούς που μοιράζονταν συχνά προσωπικά συναισθήματα, σκέψεις και μυστικά στο διαδίκτυο, προτιμώντας την ψηφιακή επικοινωνία από την πρόσωπο με πρόσωπο επαφή. Παρουσίαζαν αυξημένα επίπεδα άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το online περιβάλλον, όπου απουσιάζουν το βλέμμα και οι άμεσες αντιδράσεις, προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας. Παρά τις δυσκολίες τους, διατηρούσαν ποιοτικές φιλίες, πιθανώς επειδή η ειλικρινής έκφραση ενίσχυε τους δεσμούς.
Στην τέταρτη ομάδα, περίπου το 7% του δείγματος, συμπεριλήφθηκαν οι «έντονα αυτο-προσανατολισμένοι χρήστες». Οι συγκεκριμένοι συνήθιζαν να δημοσιεύουν συστηματικά περιεχόμενο για τον εαυτό τους, επιδιώκοντας προσοχή και κοινωνική αναγνώριση, χωρίς όμως να δείχνουν ανάλογο ενδιαφέρον για τους άλλους. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες κατηγορίες, ήταν οι μόνοι που είδαν μείωση στην ποιότητα των στενών τους φιλικών σχέσεων μέσα στην τριετία. Η έμφαση στην αυτοπροβολή, αντί στην αμοιβαιότητα, φαίνεται πως δεν ευνοεί τη βαθύτερη σύνδεση.
Τα social media ως «ενισχυτής» της πραγματικότητας
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν κυρίως ως ενισχυτής των ήδη υπαρχουσών κοινωνικών συνθηκών. Οι έφηβοι με ισχυρές φιλίες τις ενδυναμώνουν ψηφιακά. Όσοι όμως αντιμετωπίζουν κοινωνικές δυσκολίες δεν φαίνεται να βρίσκουν εύκολα λύση μέσω της τεχνολογίας. Το διαδίκτυο δεν δημιουργεί από μόνο του βαθιές σχέσεις· συνήθως ενισχύει εκείνες που έχουν ήδη θεμέλια.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα βασίζονται σε αυτοαναφορές, οι οποίες ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες. Επιπλέον, η μελέτη έγινε στην Ολλανδία, επομένως πολιτισμικοί παράγοντες ίσως διαφοροποιούν τα δεδομένα αλλού. Παρ’ όλα αυτά, η έρευνα υπογραμμίζει ότι δεν αρκεί να μετράμε τον χρόνο οθόνης. Σημασία έχει το πώς και το γιατί χρησιμοποιεί κανείς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό το στοιχείο θα μπορούσε να βοηθήσει γονείς και εκπαιδευτικούς να δίνουν πιο στοχευμένες συμβουλές, αντί για γενικές προειδοποιήσεις περί «υπερβολικής χρήσης».